ἱερεῖον

ἱερεῖον, τό, [dialect] Ion. [full] ἱερήϊον or [full] ἱρήϊον (the former in Hom. (pl. written
A

ἱερήιια SIG57.14

(Milet., v B.C.)), the latter in Hdt.), [dialect] Dor. [full] ἱᾰρήϊον Berl.Sitzb.1927.159 ([place name] Cyrene), prob. in Leg.Gort.10.38:—victim, animal for sacrifice,

ἱρεύειν ἱερήϊον Od.14.94

; ἱερήϊα πολλὰ παρεῖχον ib.250;

ἐπεὶ οὐχ ἱ. οὐδὲ βοείην ἀρνύσθην Il.22.159

(prov. for 'no trifling stake', Cic.Att.1.1.4), cf. Hdt.1.132, 6.57, Ar.Lys.84, Pax1091, And.1.126; opp. <ἁγνὰ> θύματα, Th.1.126;

ἱερεῖον καὶ ἱερά Test.Epict.5.35

; freq. of sheep, OGI214.62 (Didyma, iii B.C.), IPE12.76 (Olbia, perh. iv B.C.); of pigs, PCair.Zen.161 (iii B.C.).
2 in Od.11.23 (pl.), offering for the dead, for which, acc. to Sch., τόμιον or ἔντομον was more correct.
II cattle slaughtered for food, Hp.Aff.52, Mnesith. ap. Orib. 2.68.6: in pl., X.Cyr.1.4.17; of sucking-pigs, Gal.1.578, 10.489.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ιερείον — ἱερεῑον, δωρ. τ. ἱαρήϊον, ιων. τ. ἱερήϊον και ἱρήϊον, τὸ (Α) [ιερεύς] 1. το ζώο που σφαζόταν για θυσία («ἐπεὶ οὐχ ἱερήϊον οὐδὲ βοείην ἀρνύσθην», Ομ. Ιλ.) 2. ζώο που σφαζόταν για τροφή, σφαχτό 3. θυσία προς τιμή τών νεκρών …   Dictionary of Greek

  • ἱερεῖον — victim neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱερεῖα — ἱερεῖον victim neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱερείοις — ἱερεῖον victim neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱερείοισι — ἱερεῖον victim neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱερείου — ἱερεῖον victim neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱερείων — ἱερεῖον victim neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱερείῳ — ἱερεῖον victim neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ELEUSINIA — Inter omnia Graecorum sacra, tanta semper fuit Eleusiniorum religio, ut commune mysteriorum nomen illis veluti proprium ab Auctoribus tribuatur, ideoqueve de iis paulo fusius agendum. Eleusinia vero sic dicta sunt, ab Eleusi Atticae opp. cuius… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • ιαρείον — ἱαρεῑον, τὸ (Α) ιερείον, ζώο που προορίζεται για θυσία. [ΕΤΥΜΟΛ. Άλλος τ. αντί ιερείον] …   Dictionary of Greek

  • χρεία — η, ΝΜΑ, και χρειά Ν, και ιων. τ. χρείη και αιολ. τ. χρήα και χρέα και κρητ. τ. χρηΐα Α 1. ανάγκη, επιτακτικός λόγος (α. «αν η χρεία τό καλέσει» αν παραστεί ανάγκη β. «καὶ μὴ χρείᾳ πολεμῶμεν», Σοφ.) 2. στέρηση, έλλειψη, ένδεια, φτώχεια (α. «δεν… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.